βάλλω

εκτοξεύω κατηγορίες

Περιβάλλω

τοποθετώ γύρω γύρω | είμαι γύρω γύρω | ντύνω | περιτυλίγω, ζώνω | αγκαλιάζω

Εισβάλλω

παραβιάζω τα σύνορα μιας άλλης χώρας (για κράτη), παραβιάζω τα δικαιώματα ή την ελευθερία κάποιου

Αναβάλλω

μεταθέτω το χρόνο ενέργειας ή αποφάσεως

Αμφιβάλλω

δεν είμαι βέβαιος για κάτι, διστάζω, αμφιταλαντεύομαι

Αποβάλλω

ρίχνω από πάνω μου | ρίχνω μακριά | απορρίπτω, παρατώ | διώχνω, απομακρύνω

Διαβάλλω

δυσφημώ, συκοφαντώ

Εκβάλλω

ρίχνω έξω | απομακρύνω, αποδιώχνω | βγάζω δια της βίας ή με δύναμη | (για ποτάμια) χύνομαι

Εμβάλλω

ρίχνω μέσα, βάζω σε μία δεδομένη κατάσταση

Επιβάλλω

υποχρεώνω σε κάτι, αναγκάζω να γίνει κάτι

Καταβάλλω

νικώ | εξασθενίζω | εξαντλώ | χρησιμοποιώ, διαθέτω δύναμη ή ενέργεια | πληρώνω

Προβάλλω

βάζω μπροστά, απλώνω ή ρίχνω προς τα εμπρός | εμφανίζω, δείχνω με προβολή | (μτφ.) προτείνω τα αντίθετα, αντιλέγω

Προσβάλλω

επιτίθεμαι | βλάπτω, ζημιώνω | (ιατρ.) ενεργώ βλαπτικά σε κάποιον ή κάτι

Υπερβάλλω

περνώ πάνω από κάποιον, υπερβαίνω | (μτφ.) υπερνικώ, υπερτερώ | μεγαλοποιώ

Υποβάλλω

θέτω κάτω από | θέτω υπό την κρίση ή την έγκριση, προτείνω | εξαναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι

Εξάσκηση

Ellinika blog

Συμβάλλω

συμμετέχω, συνεισφέρω

e-learning Greek blog

Back to Greek Verbs